υδριατρεία

υδριατρεία
και υδριατρική, η, Ν
η υδροθεραπεία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < υδρ(ο)-* + ιατρική].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”